Γιατί δεν μπορείς να χάσεις βάρος με τη γυμναστική – Κλειδί ο εγκέφαλος
Η παχυσαρκία είναι μια πολύπλοκη νόσος όπου γονίδια, περιβάλλον και εγκέφαλος συνεργάζονται, σύμφωνα με νέα επιστημονική ανασκόπηση.
Για πολλά χρόνια η παχυσαρκία αντιμετωπιζόταν κυρίως ως αποτέλεσμα υπερβολικής κατανάλωσης τροφής και έλλειψης άσκησης. Σήμερα, όμως, η επιστήμη δείχνει ότι η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Μια μεγάλη ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Cell συγκεντρώνει τα πιο πρόσφατα δεδομένα και εξηγεί ότι ο εγκέφαλος αποτελεί τον βασικό «ρυθμιστή» της όρεξης, της κατανάλωσης ενέργειας και τελικά του σωματικού βάρους.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η παχυσαρκία είναι μια χρόνια και πολύπλοκη νόσος, στην οποία αλληλεπιδρούν τα γονίδια, το περιβάλλον και οι μηχανισμοί του εγκεφάλου. Η εξέλιξη αυτή αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται τα νέα φάρμακα, καθώς πλέον στόχος δεν είναι μόνο να μειωθούν οι θερμίδες που καταναλώνει κάποιος, αλλά να επηρεαστούν συγκεκριμένα εγκεφαλικά κυκλώματα που ελέγχουν την πείνα και τον κορεσμό.
Η εργασία δεν παρουσιάζει νέα πειραματικά δεδομένα, αλλά αποτελεί εκτενή ανασκόπηση εκατοντάδων προηγούμενων μελετών σε ανθρώπους και ζώα, καθώς και γενετικών και κλινικών ερευνών. Με αυτόν τον τρόπο οι επιστήμονες επιχειρούν να συνθέσουν τη σημερινή εικόνα για το πώς ο εγκέφαλος διατηρεί την ενεργειακή ισορροπία και πώς οι νέες θεραπείες μπορούν να αξιοποιήσουν αυτή τη γνώση.
Πώς ο εγκέφαλος αποφασίζει πότε πεινάμε και πότε χορταίνουμε
Σύμφωνα με τους συγγραφείς, ο ανθρώπινος εγκέφαλος εξελίχθηκε σε εποχές όπου η τροφή ήταν περιορισμένη και η επιβίωση εξαρτιόταν από την ικανότητα αποθήκευσης ενέργειας. Οι ίδιοι μηχανισμοί που κάποτε προστάτευαν τον άνθρωπο από την πείνα, σήμερα λειτουργούν σε ένα περιβάλλον όπου τα τρόφιμα είναι άφθονα, ιδιαίτερα εύγευστα και διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί οργανισμοί τείνουν να υπερασπίζονται ένα υψηλότερο σωματικό βάρος, ακόμη και όταν κάποιος προσπαθεί να αδυνατίσει.
Η ανασκόπηση εξηγεί επίσης γιατί δύο άνθρωποι που ακολουθούν τον ίδιο τρόπο ζωής δεν παίρνουν απαραίτητα το ίδιο βάρος. Η γενετική φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο, καθώς πολυάριθμες μελέτες δείχνουν ότι η προδιάθεση για παχυσαρκία είναι σε μεγάλο βαθμό κληρονομική. Τα γονίδια, ωστόσο, δεν λειτουργούν μόνα τους. Όπως σημειώνουν οι ερευνητές, το περιβάλλον ενεργοποιεί ή περιορίζει αυτή την προδιάθεση, γι' αυτό και η παχυσαρκία προκύπτει από τη συνεργασία βιολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία έχει ο υποθάλαμος, μια μικρή περιοχή του εγκεφάλου που λαμβάνει συνεχώς πληροφορίες από ολόκληρο το σώμα. Ο λιπώδης ιστός, το στομάχι, το έντερο, το πάγκρεας και το ήπαρ στέλνουν ορμονικά και νευρικά σήματα που ενημερώνουν τον εγκέφαλο για τα αποθέματα ενέργειας, το αν έχει προηγηθεί γεύμα και τις ανάγκες του οργανισμού. Ο εγκέφαλος επεξεργάζεται αυτές τις πληροφορίες και αποφασίζει αν θα αυξηθεί ή θα μειωθεί η όρεξη, αλλά και πόση ενέργεια θα καταναλώσει το σώμα.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν δύο ομάδες νευρώνων που λειτουργούν σαν αντίθετες πλευρές μιας ζυγαριάς. Η μία ενεργοποιεί το αίσθημα της πείνας όταν τα ενεργειακά αποθέματα μειώνονται, ενώ η άλλη ενισχύει το αίσθημα του κορεσμού, όταν ο οργανισμός έχει λάβει αρκετή τροφή. Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι το σύστημα αυτό είναι πολύ πιο περίπλοκο από όσο πιστευόταν μέχρι σήμερα, καθώς συμμετέχουν δεκάδες ακόμη ομάδες νευρώνων που συνεργάζονται μεταξύ τους.
Η πείνα, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τις ενεργειακές ανάγκες. Η επιθυμία για φαγητό επηρεάζεται έντονα και από τα κυκλώματα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Η μυρωδιά ενός φαγητού, η εικόνα ενός γλυκού ή ακόμη και μια ευχάριστη ανάμνηση μπορούν να ενεργοποιήσουν μηχανισμούς που αυξάνουν την επιθυμία για φαγητό, ακόμη και όταν οι ενεργειακές ανάγκες έχουν ήδη καλυφθεί.
Η ανασκόπηση αναδεικνύει ακόμη έναν σημαντικό παράγοντα: τη νευροπλαστικότητα, δηλαδή την ικανότητα του εγκεφάλου να αλλάζει τις συνδέσεις μεταξύ των νευρώνων. Οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η παρατεταμένη κατανάλωση ιδιαίτερα λιπαρών ή πολύ επεξεργασμένων τροφών μπορεί να τροποποιήσει αυτά τα κυκλώματα, κάνοντας ορισμένους ανθρώπους πιο ευάλωτους στην υπερκατανάλωση τροφής. Αντίστοιχες αλλαγές φαίνεται να προκαλούνται και από ορμόνες που σχετίζονται με την πείνα και τον κορεσμό.
Γιατί η απώλεια βάρους είναι τόσο δύσκολο να διατηρηθεί
Αυτή η γνώση εξηγεί γιατί η απώλεια βάρους είναι συχνά δύσκολη στη διατήρησή της. Όταν μειώνεται το βάρος, ο εγκέφαλος ενεργοποιεί μηχανισμούς που αυξάνουν την όρεξη και μειώνουν την κατανάλωση ενέργειας, προσπαθώντας να επαναφέρει το σώμα στο προηγούμενο επίπεδο. Για τον λόγο αυτό, η παχυσαρκία θεωρείται πλέον χρόνια νόσος με υψηλή πιθανότητα υποτροπής και όχι μια κατάσταση που εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέληση του ατόμου.
Τα τελευταία χρόνια, όμως, η βαθύτερη κατανόηση αυτών των μηχανισμών έχει οδηγήσει σε σημαντικές θεραπευτικές εξελίξεις. Τα φάρμακα που βασίζονται στις ορμόνες του εντέρου, όπως οι αγωνιστές του GLP-1, μιμούνται φυσικά σήματα κορεσμού και δρουν σε συγκεκριμένα εγκεφαλικά κυκλώματα που μειώνουν την όρεξη. Οι κλινικές μελέτες δείχνουν ότι μπορούν να επιτύχουν πολύ μεγαλύτερη απώλεια βάρους από τις παλαιότερες φαρμακευτικές θεραπείες, ενώ νέα συνδυαστικά φάρμακα που στοχεύουν περισσότερους από έναν υποδοχείς φαίνεται να προσφέρουν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα.
Στόχος τα εγκεφαλικά κυκλώματα της όρεξης, με την επόμενη γενιά φαρμάκων
Παρά τη μεγάλη πρόοδο, οι επιστήμονες υπογραμμίζουν ότι παραμένει δύσκολη η μακροχρόνια διατήρηση της απώλειας βάρους μετά τη διακοπή της θεραπείας. Για τον λόγο αυτό, η επόμενη γενιά φαρμάκων αναμένεται να στοχεύσει όχι μόνο στην καταστολή της όρεξης, αλλά και στην τροποποίηση της ίδιας της λειτουργίας των εγκεφαλικών κυκλωμάτων, ώστε το αποτέλεσμα να διατηρείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο εγκέφαλος συντονίζει τα σήματα από ολόκληρο το σώμα ανοίγει μια νέα εποχή στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Όσο περισσότερο αποκαλύπτονται οι πολύπλοκοι μηχανισμοί που ρυθμίζουν την πείνα, τον κορεσμό και την ανταμοιβή από το φαγητό, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες ανάπτυξης πιο αποτελεσματικών, ασφαλών και εξατομικευμένων θεραπειών που θα συμβάλλουν όχι μόνο στην απώλεια βάρους αλλά και στη διατήρησή της μακροπρόθεσμα.